
- Ανοίγω την πόρτα. Για να μπεις πάλι. Από εδώ ξεκινά πάλι μια ιστορία. Μπαίνει από την πόρτα και βγαίνει από την καμινάδα. Για πες;
- Ωχ! Πες εσύ, άσε με να συνηθίσω το φως που μπαίνει από τις χαραμάδες.
- Γιατί αφού η πόρτα ήταν πάντα ανοικτή δεν έμπαινε κανένας. Τι φοβούνται οι άνθρωποι; Γιατί φοβούνται όταν δίνεις;
- Για να μην τους το πάρουν πίσω. Κι είναι ίσως που προτιμάς να κάθεσαι σε μια δροσερή γωνιά και μένουν περιμένοντάς σε στο κατώφλι.
- Στο κατώφλι έχει 45 βαθμούς. Μέσα, δεν υπόσχομαι δροσιά. Υπόσχομαι παραμύθια. Από αυτά που δεν είναι αλήθεια, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέματα...
- Ας φέρουμε βοτσαλάκια και γυαλάκια για το παραμύθι. Ήδη μου λείπεις. Κι ο πρίγκηπας του παραμυθιού μαζί. Χωρίς δαχτυλάκια και με την πόρτα ορθάνοιχτη για την ώρα της επιστροφής...